(απόσπασμα)
«ΚΑΤΟΙΚΗΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ που ‘βγαινε από την άλλη, την
πραγματική, όπως τ’όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου.
Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί
να τηνε βλέπω.
Τόσο λίγη έμοιαζε΄ τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς
σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες.
Άλλαζα θέση τ’ Ακοίμιστα και την Ερημική ν’ αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, Μοναστηράκια, κρήνες.
Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοειδή που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο.
Μά ‘ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα.
Κι έπιασα σιγά-σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την
καλύψω τη χώρα που αγαπούσα.
Μην και κανείς ιδεί το κάλλος.
Ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει»
🌹🌹🌹
Το ελυτικό αυτό έργο έχει αναφορά τόσο στον θάνατο όσο και στη ζωή. Από τον τίτλο του έργου αλλά και σε όλη την έκτασή του εμπλουτίζεται με εικόνες ελληνικές, βγαλμένες από το Αιγαίο, τον ασβέστη των Κυκλάδων, τον νησιώτικο αέρα, τις ελληνικές γεύσεις που παρακινούν τον αναγνώστη ή και τον ακροατή να δοκιμάσει την περιπέτεια της ζωής, να επανεξετάσει τις δομές και τις αξίες της, να έρθει σε επαφή με τις ομορφιές της φύσης με όλες τις αισθήσεις του, να ζήσει ο ίδιος σαν ένας μικρός ναυτίλος, να αισθανθεί σαν ένας μικρός ναυτίλος, να ονειρευτεί και -ελεύθερος- να ελπίσει στο θαύμα.
Επιμέλεια επεξεργασία Κατερίνα Σταμου











Add Comment