Νὰ πιῶ στὰ ῥοδοχάραγα,
στὰ ὀρθά, στὰ σμαλτωμένα,
τὸ γάλα ποὺ ὀνειρεύτηκα
τῆς εὐτυχίας· ἐσένα.
Ἐγώ εἶμαι ἱεροφάντης σου,
βωμοὶ τὰ γόνατά σου,
στὴν πύρινη ἀγκαλιά σου
θεοὶ θαματουργοῦν.
Μακριὰ μας ὅσα ἀταίριαστα,
ντυμένα καὶ κρυμμένα,
τὰ μισερά καὶ τ’ ἄσκημα
καὶ ἀκάθαρτα καὶ ξένα.
Ὀρθὰ ὅλα· ξέσκεπα, ἄδολα,
γῆ, αἰθέρες, κορμιά, στήθια.
Γύμνια εἶν’ καὶ ἡ ἀλήθεια,
καὶ γύμνια κ’ ἡ ὀμορφιά.
— Στὴ γύμνια τὴν ἡλιόκαλη
τῆς ἀθηναίας ἡμέρας
κι ἀνίσως καὶ φαντάξῃ σου
κάτι ἄντυτο σὰν τέρας,
κάτι σὰ δέντρο ἀφύλλιαστο
καὶ δίχως ἴσκιου χάρη,
ἀδούλευτο λιθάρι,
ξεραγκιανὸ κορμί,
κάτι γυμνὸ καὶ ξέσκεπο
στὰ ὀλανοιγμένα πλάτια,
ποὺ ζωντανὸ θὰ τὸ ’δειχναν
μόνο δυὸ φλόγες μάτια,
κάτι ποὺ ἀπὸ τοὺς Σατύρους
κρατιέται, καὶ εἶν’ ἀγρίμι,
καὶ εἶν’ ἡ φωνὴ του ἀσήμι,—
μὴ φύγῃς· εἶμ’ ἐγώ,
Ὁ Σάτυρος. Καὶ ῥίζωσα
σὰν τὴν ἐλιὰ ἐδῶ πέρα,
λιγώνω τοὺς ἀγέρηδες
μὲ τὴ βαθιὰ φλογέρα.
Καὶ παίζω καὶ παντρεύονται,
λατρεύονται, λατρεύουν,
καὶ παίζω καὶ χορεύουν
ἄνθρωποι, ζᾶ, στοιχειά.
Από τη συλλογή του Κωστή Παλαμά «Η Πολιτεία και η Μοναξιά» (1912), Άπαντα, τόμ. 4ος, σελ. 131-135
Παρουσίαση
Επεξεργασία
Κ. ΣΤΑΜΟΥ











Add Comment